μυρτάς

μυρτάς
μυρτάς, ἡ (Α)
1. φρ. «μυρτὰς ὄγνη» — το δέντρο απιδέα η καρδιόφυλλος
2. ανώμαλη επίφυση στον κορμό και στα κλαδιά τής μυρτιάς, το μυρτίδανον*.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύρτος + κατάλ. -άς (πρβλ. μοιχ-άς)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ισχάς — (I) ἰσχάς, άδος (Α) βλ. ισχάδα. (II) ἰσχάς, άδος, ή (ΑΜ) μσν. (για ελιά) ώριμη, παραγινωμένη αρχ. 1. ξηρό σύκο 2. απόφυση στον πρωκτό η οποία μοιάζει με σύκο 3. το φυτό ευφόρβιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανήκει στη λεξιλογική οικογένεια τού επιθ. ἰσχνός και …   Dictionary of Greek

  • μυρτίνη — μυρτίνη, ἡ (Α) 1. είδος ελιάς, η μυρτήνη*, ή είδος απιδιάς 2. μυρτάς*. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού θηλ. τού επιθ. μύρτινος] …   Dictionary of Greek

  • μύρτος — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 130 μ., 187 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πατρών του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μόβρης 2. Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 440 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ιεράπετρας του νομού Λασιθίου …   Dictionary of Greek

  • Σεφεριάδης, Στυλιανός — Έλληνας νομομαθής (Σμύρνη 1873 Παρίσι 1951). Έπειτα από λαμπρές σπουδές στο Αιξ (Προβηγκία) και στο Παρίσι ονομάστηκε διδάκτωρ της νομικής σχολής του Παρισιού, με τη διατριβή Κριτική μελέτη περί της θεωρίας της αιτίας (1898). Κατόπιν δικηγόρησε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”